αναγράφω


αναγράφω
αναγράφω, ανέγραψα βλ. πίν. 13

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀναγράφω — engrave and set up publicly pres subj act 1st sg ἀναγράφω engrave and set up publicly pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αναγράφω — (Α ἀναγράφω) 1. χαράζω, γράφω σε στήλη 2. εγγράφω, καταχωρίζω νεοελλ. παθ. γνωστοποιούμαι μέσω τού τύπου, δημοσιεύομαι αρχ. 1. γράφω, κάνω μνεία, περιγράφω (διεξοδικά ή σε γενικές γραμμές) 2. δίνω τίτλο σε κάποιο έργο, τιτλοφορώ, ονομάζω 3. σύρω… …   Dictionary of Greek

  • αναγράφω — ανάγραψα και ανέγραψα, γράφ(τ)ηκα, γραμμένος 1. γράφω κάτι σε στήλη, κατάλογο κτλ. για να το βλέπει ο κόσμος: Το πανεπιστήμιο Θεσ/νίκης ανέγραψε τον Α στους ευεργέτες του. 2. εγγράφω: Αναγράφηκε στον προϋπολογισμό πίστωση για ανέγερση σχολικών… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀναγεγραμμένα — ἀναγράφω engrave and set up publicly perf part mp neut nom/voc/acc pl ἀναγεγραμμένᾱ , ἀναγράφω engrave and set up publicly perf part mp fem nom/voc/acc dual ἀναγεγραμμένᾱ , ἀναγράφω engrave and set up publicly perf part mp fem nom/voc sg (doric …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγράφῃ — ἀναγράφω engrave and set up publicly pres subj mp 2nd sg ἀναγράφω engrave and set up publicly pres ind mp 2nd sg ἀναγράφω engrave and set up publicly pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγράψουσι — ἀναγράφω engrave and set up publicly aor subj act 3rd pl (epic) ἀναγράφω engrave and set up publicly fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀναγράφω engrave and set up publicly fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγράψω — ἀναγράφω engrave and set up publicly aor subj act 1st sg ἀναγράφω engrave and set up publicly aor ind mid 2nd sg (epic ionic) ἀναγράφω engrave and set up publicly fut ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγράψῃ — ἀναγράφω engrave and set up publicly aor subj mid 2nd sg ἀναγράφω engrave and set up publicly aor subj act 3rd sg ἀναγράφω engrave and set up publicly fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγγράφοντι — ἀναγράφω engrave and set up publicly pres part act masc/neut dat sg ἀναγράφω engrave and set up publicly pres ind act 3rd pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγεγραμμέναι — ἀναγράφω engrave and set up publicly perf part mp fem nom/voc pl ἀναγεγραμμένᾱͅ , ἀναγράφω engrave and set up publicly perf part mp fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)